Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα...

«Παρακαλούνται οι συνάδελφοι να δηλώσουν την ημερομηνία που επιθυμούν να λείψουν με κανονική άδεια για να συνταχθεί προγραμματισμός θερινών αδειών».

Η ανακοίνωση αυτή έχει αναρτηθεί πρόχειρα με σελοτέιπ σε ένα ντουλάπι της Υπηρεσίας. Κάτω από την ανακοίνωση υπάρχει μία στήλη με τα ονόματα των συναδέλφων και μια δεύτερη στήλη με την ημερομηνία που επιθυμούν να λείψουν.

Μπροστά από το ντουλάπι, πίσω από τον Υπολογιστή του καθισμένος πάνω στο καθήκον εξυπηρετεί τους συμπολίτες ο Σωτήρης.

Όχι εγώ!

Ο συνάδελφος και συνονόματος Σωτήρης.

Με το Σωτήρη έχουμε πολλά κοινά, εμφανισιακά και ηθικά, τόσα που ο Θωμάς μας αποκαλεί πειραχτικά: «Οι Σωτηράκηδες».


Ο Σωτηράκης (ο συνάδελφος) είναι εξερευνητής.

Κάθε τόσο ανακαλύπτει ψηφίδες παραδείσου.

Του ζήτησα να μου χαρτογραφήσει 10 παραδείσια μονοπάτια.

Του ζήτησα 10 φωτογραφίες από τις φυσιολατρικές του περιηγήσεις, που θα με βοηθήσουν, με το μωσαϊκό κάτοπτρο εποπτείας του Θείου που τελευταία μαστορεύω, να ρίξω μερικές κλεφτές ματιές στη φυσική εντελέχεια.

Δεν αρνήθηκε, μου έκανε μάλιστα την τιμή και να μου γράψει:


Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα…

«Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να έχεις το θάρρος να σκοτώνεις.

Να σκοτώνεις όνειρα, ελπίδες, σκέψεις, αναμνήσεις.

Μα εγώ δεν είμαι παρά ένας δειλός.

Δεν μπορώ να σκοτώσω στιγμές.»

Πάντα αισθανόμουν μέσα μου πως δεν υπήρξα στη ζωή μου απόλυτα ελεύθερος. Ίσως δύο τρεις στιγμές σε ολόκληρη ζωή, που κράτησαν λίγο. Ο έρωτας μου για τη Βήτα σαν παραμύθι βγαλμένο από παλιά, μια βαθιά βουτιά σε κάποιο μαγικό βυθό ενός Ιόνιου νησιού ή της Χαλκιδικής, μια βόλτα σε κάποιο δάσος του Μπέλλες ή σε κάποια απόκρημνη πλαγιά του Παγγαίου, εκεί που τα αγριοπερίστερα συναντούν τις κορυφογραμμές. Κι όμως πάει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που το είχα αναλογιστεί, τόσο πολύς, ώστε τα παραπάνω λόγια του συνονόματου συναδέλφου να τρυπάνε σαν μυτερά αγκάθια ευαίσθητη βρεφική σάρκα.


Με λένε και μένα Σωτήρη από το όνομα του δικού μου παππού που δεν γνώρισα ποτέ. Είμαι συνάδελφός και φίλος σου μα τώρα σε νιώθω ακόμα πιο φίλο μου. Τα λόγια σου μου υπενθύμισαν πως δεν μπορώ να ξεχάσω στιγμές, αποκόπτοντας από τα κελιά της μνήμης ότι όμορφο έχω ζήσει. Πως απόλυτα ελεύθερος δεν θα είμαι ποτέ ακριβώς γι’ αυτό.

Θα σου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο. Δεν ξέρω αν αυτό αντιτίθεται στους κανόνες του τόπου σου που καλείς blog, και γι’ αυτό ζητώ συγνώμη από τους αγαπητούς αναγνώστες σου. Μου έδωσες μια διεύθυνση στο διαδίκτυο, ώστε να επισκεφτώ τον ιστιότοπο σου. Τότε που σε διάβασα και τώρα που γράφω, ξέρω πως μου έκανες πολύ μεγάλη τιμή.

Με συγκίνησες πολύ με όσα γράφεις, ειδικά στον

«Μπαμπούλα».



Μου ζήτησες 10 φωτογραφίες σε σχέση με τη φύση. Υποσχέθηκα να βρω αν και δεν σου είπα πως δεν είμαι «καλός φωτογράφος». Το ίδιο βράδυ με περισσή περιέργεια διάβασα κάποιες ώρες όλα όσα έχεις «ανεβάσει». Και ήταν μοναδικά όμορφα.

Όπως και η φύση. Όπως και ο καθένας από εμάς που την βιώνει με το δικό του, μοναδικά διαφορετικό τρόπο.



Τα δέντρα θα τα κάψουμε.

Τα δέντρα δε μιλάνε, μην ανησυχείς.

Αν και μεγαλόψυχα μας δίνουν τη σκιά τους ακόμα.

Τώρα που στεκόμαστε από κάτω τους,

Έτοιμοι να τα κόψουμε με το πριόνι στο χέρι...

Ένα ποίημα αυτής της στιγμής. Όπως και αυτό που λέει ο φίλος μας ο Φίλιππος σ’ έναν καινούριο δίσκο στην μετά Πυξ -Λαξ εποχή.

«Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.»

Μια φράση που γυρνάει συνέχεια στο μυαλό μου τελευταία.

Οι θάλασσες, εξαφανίζονται, απ΄ τους χιλιάδες τόνους απορριμμάτων και λυμάτων, απ’ το πετρέλαιο και τα λιπάσματα, απ΄ την αδιαφορία και την ασυνειδησία μας, απ΄ το αδιέξοδο του πολιτισμού μας. Όλο το χρόνο κείμαι προς τη θάλασσα. Όλο το χρόνο προσπαθώ να συλλέξω εικόνες, εμπειρίες , ομορφιές στους βυθούς και στις ακτές. Υπάρχουν ακόμα σε πείσμα όλων αυτών που αδιαφορούν και πληγώνουν μαζί με τη θάλασσα και μας. Κάθε φορά συναντώ μεγαλύτερες ασχήμιες. Και θα μπορούσα να γράφω ώρες γι’ αυτές αλλά θα φάνταζα ότι μεμψιμοιρώ και δεν το θέλω.

Συνονόματε, γιατί σου τα γράφω όλα αυτά; Δεν ξέρω ακριβώς.

Μάλλον γιατί όλα έχουν να κάνουν με τις στιγμές. Οι φωτογραφίες αυτές που μου ζήτησες και σου δείχνω είναι μερικές από τις πάρα μα πάρα πολλές στιγμές που έζησα κοντά στην φύση και φυσικά δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεχάσω, πολύ περισσότερο δε, να σκοτώσω για οποιοδήποτε λόγο. Είναι μερικές απ’ τις καλές και πιο πρόσφατες αναμνήσεις μου στη θάλασσα, στο βουνό, στα ποτάμια και τις λίμνες. Και ξέρεις κάτι; Τελικά νομίζω πως είναι τελικά πολύ περισσότερες από τρεις οι μαγικές εκείνες στιγμές που ένιωσα πραγματικά ελεύθερος στη ζωή μου. Έγινες η αφορμή να συνειδητοποιήσω πως είναι πολλές, πολύ περισσότερες από δέκα ή εκατό. Και σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Γράφεις πολύ όμορφα, σου εύχομαι να συνεχίσεις να γράφεις πάντα έτσι και να θυμάσαι για μένα:

«Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,

θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα…»

Με την αγάπη μου, τους συναδελφικούς και αγωνιστικούς χαιρετισμούς μου.

Σωτήρης Οικονόμου

Ιούνιος 2007

---

Ο Σωτηράκης αντίθετα με τα λεγόμενά του είναι εξαίρετος φωτογράφος και βιωματικός συγγραφέας.

Δέκα μακροβούτια του στις φυσικές εκλάμψεις αποθανάτισε με τις υπέροχες αυτές φωτογραφίες που στάζουν αναμνήσεις και σε ταξιδεύουν στο δικό του Παράδεισο.

Του ζήτησα να μου χαρτογραφήσει παραδείσια μονοπάτια και το έπραξε.

Θέλησα και ‘γω να ταξιδέψω και μου ‘δειξε το δρόμο.

Αντιλαμβάνομαι τώρα πως έσφαλα.

Ξέχασα.

Προσπαθώ να χτίσω το δικό μου παράδεισο μα ξεχνώ κάθε τόσο να προσθέτω συναίσθημα στο παραδείσιο χαρμάνι.

Όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση, αφή. Μ’ αυτά τα δομικά υλικά παλεύω, μα χτίζω παλάτια στην άμμο.

Το χρώμα σε μια φωτογραφία δε μας το δίνει η αίσθηση της όρασης αλλά η όραση των αισθημάτων και η αφή των αναμνήσεων.

Ο Σωτηράκης, όπως και ο Πλιάτσικας, τραγουδούν πως «αν θα μπορούσαν τον κόσμο να άλλαζαν, θα ξαναέβαφαν γαλάζια τη θάλασσα».

«Είναι ωραία η θάλασσα γιατί με σένα μοιάζει» τραγουδάει σε άλλο τραγούδι των ΠΥΞ ΛΑΞ ο Μ.Στόκας.

Αναρωτιέμαι, πόσο ωραία φαίνεται η θάλασσα σε μένα τώρα που δε φαίνεται να μοιάζει σε κανένα;

Δε θα ‘θελα να απαντήσω στο ερώτημα. Η δεύτερη στήλη στην ανακοίνωση της Υπηρεσίας δίπλα στο ονοματεπώνυμό μου δεν αναγράφει καμία ημερομηνία.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, θα έφτιαχνα έναν Παράδεισο μόνο με αισθήσεις, χωρίς αισθήματα, για να είναι σε όλους προσβάσιμος.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, θα αποχρωμάτιζα για πάντα τη θάλασσα για να φαίνεται και στους τυφλούς το ίδιο όμορφη.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

La Camisa Azul


Τρίτη, 10/4/2007

Χριστός Ανέστη. Ο Χρήστος πέθανε.

Σήμερα είμαστε όλοι καλεσμένοι στο Βασίλειο του Θανάτου.

Ευτυχώς σαν επισκέπτες, για την ώρα.

Βρισκόμαστε στα Κοιμητήρια της Θέρμης. Στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως του Κυρίου, κηδεύουμε σήμερα τον αγαπημένο μας συνάδελφο Χρήστο. Ήταν μόλις 44 ετών!

Εκκωφαντική σιωπή σα μεταφυσικό ωστικό κύμα προσκρούει αδυσώπητα στα εκλογικευμένα θεμέλια των ελπίδων μας για ζωή.

Στην αυλή του Βασιλείου είναι «απαγορευμένη» η μελωδία. Οι μπάντες της καθημερινότητας σιωπούν.

Όλοι είναι σιωπηλοί και σκεπτικοί. Ο ήλιος λάμπει.

Μόλις πριν δυο μέρες γιορτάσαμε την Ανάσταση του Κυρίου, ο θάνατος νικήθηκε στο βασίλειό του, μα μ’ αυτή του την πρόσκληση κυριεύτηκα από θλίψη και για να μην κρύβομαι, από φόβο.

Την ίδια θλίψη, τον ίδιο φόβο διακρίνω και στα βλέμματα των συναδέλφων.

Ο Χρήστος είχε αδαμάντινο χαρακτήρα.

Ο Χρήστος 2 μήνες πριν ήταν (ή τουλάχιστον έδειχνε) απόλυτα υγιής.

Ο Χρήστος ήταν μόλις 44 ετών.

Και τα τρία αυτά γνωρίσματα επιτείνουν τη θλίψη και το φόβο όλων μας. Λυπόμαστε περισσότερο για ένα γεγονός εάν πιστεύουμε πως θα μπορούσαμε εμείς να ήμασταν στη θέση του παθόντος.

Και εμείς πιστεύουμε υποκειμενικά για τον εαυτό μας πως έχουμε «καλό» χαρακτήρα. Δείχνουμε υγιείς. Είμαστε ακόμα νέοι, δεν είμαστε και 90 χρονών που βλέπουμε σε μερικά κηδειόχαρτα. Συνεπώς, αφού συνδυάζουμε όλα τα παραπάνω γιατί να στερηθούμε το Θείο Δώρο της Ζωής;

Και ο Χρήστος;

Στο βλέμμα της συζύγου του δεν μπορώ να διακρίνω τα ίδια συναισθήματα. Είναι υπομονετική, αξιοπρεπής, καθάρια από σκοτεινές σκέψεις. Πανάξια σύζυγος του εκλιπόντος. Την είχα γνωρίσει πριν από τρεις μήνες στο εμπορικό Cosmos, ήμουν με το συνάδελφο το Δημήτριο και συναντήσαμε το Χρήστο με τη σύζυγό του και την κορούλα τους.

«Ο Χρήστος είναι ο καλύτερος συνάδελφος» της είπα τότε και χαμογέλασαν και οι δύο.

Εντάξει γνωρίζω ότι έχω το «χάρισμα» όταν θέλω να προσεγγίσω κάποιον να του λέω ακριβώς αυτό που θέλει να ακούσει αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήμουν απόλυτα ειλικρινής.

Τη σκέψη μου στοίχειωσε η έκφραση του προσώπου της, τότε και τώρα.

Προσπαθώ να παρηγορήσω τον εαυτό μου. Θυμάμαι όλες εκείνες τις συζητήσεις που έχω κάνει με φίλους για το χρόνο και το χώρο και τις απόψεις μου επί του θέματος.

Μας λογίζω όλους σαν ναυαγούς στη θάλασσα του χωροχρόνου. Θεωρώ πως ο τρόπος που βιώνουμε και υπολογίζουμε το χρόνο και το χώρο δεν είναι παρά μία κοινωνική συμβατικότητα.

Το πλοίο της αιωνιότητας στο οποίο επιβαίναμε ναυάγησε στον ωκεανό του χωροχρόνου. Ναυαγοί, λοιπόν, έχουμε μάθει να κολυμπάμε στο αφρό του ωκεάνιου παρόντος και πάντοτε με κατεύθυνση Δυτικά.

Η αντίληψή μας, όμως, δεν μπορεί να επηρεάσει την αλήθεια της πραγματικότητας.

Μπορούμε να βουτήξουμε ανά πάσα στιγμή στο βυθό του παρελθόντος πάνω στον οποίο επιπλέουμε. Να κολυμπήσουμε στην Ανατολή, το Νότο και το Βορρά.

Τη ζωή μας συνθέτει το άθροισμα του χρόνου, άσχετα εάν συνηθίζουμε να βιώνουμε μόνο το παρόν.

Στο παρελθόν, λοιπόν, δεσπόζει η μορφή του Χρήστου που είχε έναν ιδιοφυή τρόπο να εργάζεται με μεθοδικότητα και αξιοπρέπεια γνωρίσματα που του εξασφάλιζαν αποτελεσματικότητα και σεβασμό.

Θυμάμαι το φίλο και συνάδελφο Πέτρο που συνηθίζει να μιλάει στους «ανώτερούς» του στο ενικό για να τους εξισώνει λεκτικά και σημειολογικά να τον αποκαλεί μπροστά σε όλους εμάς που τον αποκαλούσαμε Χρήστο ή Χρηστάρα, Κύριο Χρήστο!

Ένας άλλος Χρήστος, και αυτός συνάδελφος με γύρισε στο σπίτι μετά από το θλιβερό αυτό καθήκον.

Σήμερα αποχαιρετάω και έναν άλλο φίλο. Ευτυχώς αυτός συνεχίζει να κολυμπάει σε μια άλλη παραλία του ίδιου ωκεανού. Αποχαιρετάω τον Ισπανό που αύριο το πρωί πετάει για Βαρκελώνη.

Ξεκινώ για το Κέντρο με το αυτοκίνητο. Ανοίγω το ραδιόφωνο, θρυψαλίζω την ενοχλητική σιωπή.

Tengo la camisa negra

porque negra tengo el alma

Έχω το πουκάμισό μου μαύρο

γιατί και η ψυχή μου είναι το ίδιο μαύρη

Ακούω το τραγούδι και θυμάμαι μία συζήτηση που είχα με μία συνάδελφο από τη δουλειά τη Φρόσω την ταμία.

Συνηθίζουμε να ταυτίζουμε χρώματα με συναισθήματα. Η ανάγκη μας να εξωτερικεύσουμε τα συναισθήματά μας χρωματίζει τα ρούχα, τα αυτοκίνητα, τους τοίχους, τις ζωές μας.

Συνηθίζουμε να συμβολίζουμε με μαύρο χρώμα το άγνωστο, το φόβο, τη θλίψη, το κακό, το θάνατο, το θυμό, τη δυστυχία.

Συνηθίζουμε να συμβολίζουμε με λευκό χρώμα την αγνότητα, την ειρήνη, την αθωότητα, την ελπίδα.

Συνηθίζουμε να συμβολίζουμε με μπλε χρώμα την ηρεμία, την αισιοδοξία, τη δύναμη, τη σιγουριά, τη θάλασσα, τον ουρανό.

Οι Juanes προτίμησαν να έχουν το πουκάμισό τους μαύρο για να πενθήσουν ένα χαμένο έρωτα.

Γνήσιος συμβολιστής καθώς είμαι δράττω την ευκαιρία…


Τετάρτη 25 Απριλίου 2007

Είμαστε στο εμπορικό Mediterranean Cosmos, λίγα μέτρα πιο ‘κει από το σημείο που συνάντησα το Χρήστο με την οικογένειά του πριν από τέσσερις μήνες περίπου.

Πληρώνω στο ταμείο του Man Manetti.

Αγόρασα ένα ακόμα πουκάμισο!

Τι χρώμα;




Tengo la camisa Azul !

Τρίτη, 3 Απριλίου 2007

Θυμοειδές Εντελβάις

Η Ψυχή στη φιλοσοφία του Πλάτωνα είναι αιώνια και άφθαρτη, συγγενεύει με τον κόσμο των ιδεών, προϋπάρχει της γέννησης, της ύλης, του σώματος.

Χωρίζεται σε τρία μέρη: το Λογιστικό (Λογική), το Θυμοειδές (Συναίσθημα) και το Επιθυμητικό (Επιθυμία). Οδηγεί στην αρμονία όταν η λογική κυβερνά το συναίσθημα και τα δυο αυτά μαζί ελέγχουν τις επιθυμίες.


Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2006

Σσσσσσσσς………..

Καλώς τους. Περάστε, περάστε.

Έχουν περάσει μόλις τέσσερις ημέρες από το χωρισμό με τη Νεράιδα. Ο Σωτήρης πνίγεται… όχι στην τρικυμία των σκέψεων που ενέσκηψαν το τελευταίο δίμηνο αλλά στην αδυναμία του ΑΡΗ να σκοράρει.

Παίζουμε εντός έδρας με τον Ιωνικό. Παρακολουθεί την τηλεοπτική μετάδοση του αγώνα με μία ανεξήγητη, ίσως και ανόητη, αφοσίωση.

Τίποτα δεν μπορεί να διασπάσει την προσοχή του.

Ο ΑΡΗΣ σήμερα έχει τα χάλια του, ασύνδετη ομάδα, πενιχρές ευκαιρίες, αφλογιστία σκοραρίσματος.

Ο Ιωνικός, αντίθετα, γίνεται απειλητικός κάθε τόσο. Σσσσσς δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να του μιλήσουμε, ίσως σε λίγο. Ελάτε, κάντε λίγη υπομονή.

Οπλιστείτε καλύτερα με πολύ υπομονή, ο Ιωνικός κέρδισε πέναλντι και είναι έτοιμος να κλέψει τη νίκη στην έδρα μας.

Μη, μη του μιλάτε του παιδιού…

ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΤΙ ΔΙΝΕΙΣ ΡΕΕΕΕΕΕ!!!! ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ ΚΟΥΚΟΥΛΑΚΗΗΗΗΗ!!!!!!

Ο Κουκουλάκης είναι ο διαιτητής του αγώνα, μέχρι τώρα έπαιξε καλά αλλά ο Σωτήρης θέλει να μεταβιβάσει την ευθύνη της επικείμενης ήττας. Ο Μακόρ του Ιωνικού στήνει την μπάλα στα 11 βήματα.

Την «εναγώνια Νιρβάνα» του διακόπτει μία κλήση στο κινητό. Ένας ήχος που διακόπτει την ποδοσφαιρική «φούγκα».

Ο Σωτήρης το ψάχνει εκνευρισμένος, ποιος τον παίρνει τέτοια ώρα αναρωτιέται, Τι ΘΕΛΕΙ; κοιτάζει την οθόνη… Ναι αυτό είναι το νούμερό της, αν απαντήσει θα ακούσει τη φωνή της Νεράιδας.

Οι σκέψεις σαν αστραπές ηλεκτροδοτούν την εγκεφαλική του λειτουργία με μεγάλες ποσότητες προβληματισμών.

Την ΠΑΛΙΟΓΚΑΝΤΕΜΟ μόλις πήρε κέρδισαν πέναλντι, να το εκλάβω σαν οιωνό; Να κάνω το τάκλιν πάνω στη γραμμή και να γλιτώσω από ένα συναισθηματικό αυτογκόλ;

Τι θέλει τώρα, τουλάχιστον να έπαιρνε μετά τον αγώνα, ή τουλάχιστον μετά το πέναλντι, μα τι σύμπτωση πια.

Θα το σηκώσω.

- Γεια σου Νεράιδα.

- Γεια σου Σωτήρη, τι κάνεις;

Σε παράλληλο χρόνο ο Μακόρ του Ιωνικού εκτελεί το πέναλντι και ο τερματοφύλακας του ΑΡΗ Χαλκιάς το ΑΠΟΚΡΟΥΕΙ!!!! Δεν μπορώ να φωνάξω, να εκτονωθώ, χοροπηδάω σαν το βλάκα με το κινητό στο χέρι, προσγειώνομαι κάθε φορά με τις μύτες, να μην ακούσει και ψυλλιαστεί τίποτα…

- Μια χαρά Νεράιδα, βλέπω το ποδόσφαιρ….

Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω και με διακόπτει, από το ακουστικό ακούγονται λυγμοί…

- Εγώ, όμως, δεν είμαι καλά.

Σταματάω να χοροπηδάω, η εναλλαγή των συναισθημάτων είναι ακαριαία, ο προβληματισμός είναι έντονος, χτυπάω το κούτελο με την παλάμη, (κι αυτό σιγά σιγά για να μην ακουστέι).

Παίρνω μια γρήγορη απόφαση.

- Πες μου μόνο που είσαι, έρχομαι.

- Μαρτίου με Δελφών, απέναντι από τα Corner.

Αφήνω την τηλεόραση ανοιχτή, παίρνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου, είναι πληγωμένη. Κατάρα, τι δύσκολα πράγματα, τώρα τι να της πω, να της αποκαλύψω πως από την αρχή αποτελούσε μία λύση ανάγκης και καταπολέμησης της ανυπόφορης μοναξιάς μετά το χωρισμό με την Ε9; Μπα θα χαλάσω αυτήν την εικόνα του «καλού παιδιού» που έχει για μένα και θα την πληγώσω περισσότερο.

Θα της πω το γνωστό παραμύθι, μόλις χώρισα και δεν είμαι έτοιμος για σχέση, σε βλέπω πλέον σαν φίλη!!! Ξέρετε, Καλύτερα να ….

ΝΑΣΙΜΕΝΤΟ ΣΟΥΤΑΡΕΙ ΚΑΙ ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛΛΛΛΛΛΛ ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΛ ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΛ ΓΚΟΟΟΟΟΛΛΛΛΛ, φωνάζω και εγώ μαζί με τον εκφωνητή του ραδιοφώνου, ανοίγω το παράθυρο και φωνάζω ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛΛΛΛΛ, είμαι στη συμβολή Β.ΟΛΓΑΣ με ΜΑΡΤΙΟΥ, ο πρωτόγονος αλαλαγμός μου στραβώνει τους περαστικούς μα δε με νοιάζει ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ, κλέψαμε τη νίκη ΓΚΟΟΟΟΟΟΛΛΛΛ ΡΕ ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΛ!

Φτάνω στο σημείο συνάντησης χωρίς να το έχω σκεφτεί και πολύ λόγω του γκολ, έχω ακόμα τα παράθυρα ανοιχτά γιατί έχω αναψοκοκκινίσει.

Αποφασίζω να είμαι απλά αυθόρμητος, να αυτοσχεδιάσω, να αφήσω το αύριο στο μπορεί.

Το πεπρωμένο, όμως, σαν δόλιος πορτοφολάς σου κλέβει την ψυχή προτού προλάβεις να την πουλήσεις στις τόσο πολύτιμες κατά τα άλλα ιδέες σου.

Συνέβη, λοιπόν, το απροσδόκητο.

Ένα οπτικό ερέθισμα άλλαξε για πάντα τη ροή των γεγονότων. Κισμετική δολοπλοκία; Το τίμημα της ανωριμότητας;

Δεν ξέρω, πάντως εκείνη η εικόνα με μάγεψε.

Έδωσε μια μούντζα στην τύχη μου, οδήγησε τα πάντα σε μια καταστροφή.

Η Νεράιδα ήταν στημένη και ακίνητη στη συμβολή των οδών, φορούσε ένα υπέροχο μαύρο παλτό που σε αντίθεση με τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της και το πάλλευκο πρόσωπο δομούσαν μία ονειρώδη έκλαμψη αγνότητας. Αυτό το υπέροχο εντελβάις στεκόταν εκεί ακίνητο, ξεχωριστό από το βραχώδη και παγωμένο κόσμο, ενδιαφερόταν, έκλαιγε για μένα, όριζε το χώρο και κυριαρχούσε στο χρόνο, έκλεβε την ψυχή μου.

Την πήρα αγκαλιά, τα λόγια ακολούθησαν την ψυχή.

- Ήμουν πάντα ένα κενό μήνυμα μακριά σου.

Μακάρι να γύριζα πίσω και να έριχνα ένα χωροχρονικό χαστούκι στον εαυτό μου γι’ αυτό που της είπα.

Δομικό υλικό των σχέσεων είναι η ειλικρίνεια μα εγώ ξεκινούσα από εκεί που την είχα αφήσει, από την ανάγκη να ξεφύγω από τη μοναξιά.

Λίγες, μόλις, στιγμές μετά κατάλαβα το λάθος μα ήταν ήδη αργά. Τα λόγια μου σαν τα λόγια του Άμλετ στην Οφήλια μεσίτευαν συμφορές μα έπρεπε πια να αναλάβω τις ευθύνες μου. Η Νεράιδα δεν περίμενε εκεί για να παίξω με τον ψυχισμό της. Έπρεπε στο εξής να καταβάλω κάθε προσπάθεια για να πετύχει αυτή η επανένωση και το έκανα με δυσάρεστες για την πλευρά μου αυτή τη φορά συνέπειες.

Η σχέση μου με τη Νεράιδα έληξε για πάντα δύο μήνες μετά, άδοξα και οδυνηρά.

Έμεινε μόνο εκείνη η υπέροχη εικόνα!

Αναρωτιέμαι,

Πόσο εύκολα χαρίζουμε την αιώνια ψυχή μας σε απειροελάχιστες συναισθηματικές στιγμές;

Πόσο μας παρεκκλίνουν από τις ιδεώδεις επιδιώξεις οι καθημερινές απτές επιθυμίες;

Πόσο ψυχικό κάματο πρέπει να καταβάλουμε για να πληρώσουμε με άξιο μισθό τις λογικές μας απολήξεις;

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2007

Η γάτα του Schrodinger άναψε τη φωτιά στο Λιμάνι - Μονόπρακτο


Ένας απέραντος θίασος κινείται αδιαλείπτως στη σκηνή.

Κάπου, κάποτε.

Ηθοποιοί με μάτια δεμένα τρέχουν!

Αφήνουν ομοιώματά τους εδώ, εκεί, παντού.

Αφήνουν ολογράμματα ιδεών, σκέψεων, ονείρων και ελπίδων. Αποθησαυρίζουν στη σκηνή κτίσματα και κτερίσματα.

Κάθε τόσο πέφτουν πάνω. Ο ένας πάνω στον άλλο, ο ένας πάνω στα ομοιώματα του άλλου, πάνω στα ολογράμματα, τα κτίσματα, τα κτερίσματα.

Δε βλέπουν, δε γνωρίζουν, δε ρωτούν τι είναι αυτό που κάθε φορά τους φράζει το δρόμο.

Τα χέρια τους είναι ‘λεύθερα μα δε βγάζουν το μαντήλι.

Ανοίγω τα μάτια.


Σουφλί, 2002

Δύο αυτοκίνητα κάνουν το γύρο του χωριού.

Οι κόρνες είναι ασταμάτητες, εκκωφαντικές, εκνευριστικές, αιχμαλωτίζουν την προσοχή.

Προσπαθώ να μην τους ακούω, να μην τους βλέπω, να μη χαμογελάσω.

Οι κόρνες είναι εκκωφαντικές, αιχμαλωτίζουν την προσοχή μου.

Είναι ήδη αργά, τους βλέπω, τους ακούω, χαμογελάω ήδη.

ΣΟΥΦΛΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ I LOVE YOU ΚΑΡΓΑ, GOODBYE SOUFLI !!!!

ΠΟΥ..ΝΑ ΓΚΑΤΖΟΛΙΑ ΔΕΝ ΕΜΕΙΝΕ ΚΑΜΙΑ!!!!

Σήμερα απολύονται 3 σειρούλες*. Έχουν κολλήσει πρόχειρα με ένα σελοτέιπ στο παρμπρίζ τις ροζαλίες (τα απολυτήρια του στρατού στην αργκό). Οι χαζούληδες, κινδυνεύουν να πετάξουν τα χαρτιά από τα ανοιχτά τους παράθυρα. Κινδυνεύουν να μου σπάσουν τα νεύρα.

Δόκιμεεεεε, Ραντεβού στη Σαλονίκηηηηηη.

Ναι... Ραντεβού στη Σαλονίκη, αλλά σε 5 μήνες.

Αυτή η ευχή ήχησε πολύ βαριά. Με μελαγχόλησε.

Μου θύμισε την ευχή των μεταναστών: ΚΑΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ.

Πηγαίνω στο αυτοκίνητο. Εκεί έχω μια κασέτα με τραγούδια από τη Θεσσαλονίκη. Τη γυρίζω,

Θα πάρω το αμάξι μου, στην τσέπη χαρτζιλίκι,

Κι απόψε τα μεσάνυχτα, θα ‘ρθω, Θεσσαλονίκη.

Θεσσάλονικη είσαι μια στον κόσμο δεν ειν’ άλλη.

Όταν είσαι στο στρατό η νοσταλγία για το σπίτι και την ιδιαίτερή σου πατρίδα είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αυτά τα τρελοσείρια μου τη γιγάντωσαν.

Σκέφτομαι να ακολουθήσω τους στίχους, να κατέβω Σαλονίκη σήμερα, να τη γυρίσω σαν τουρίστας, να πιω ένα καφέ στην παραλία, να δω τη φωτιά στο λιμάνι (τα φώτα της παραλίας στη σαλονικιώτικη στρατιωτική διάλεκτο), να χαιρετήσω το φίλο μου το λευκό πύργο.

Μόνος μου. Βλέπεις στην Ε9 δεν αρέσει η Θεσσαλονίκη, εγώ αντίθετα τη λατρεύω, δε θέλω να μου το χαλάσει με την απαξίωσή της.

Να γυρίσω πίσω χαράματα. Αυτό είναι το σχέδιο. Να μην το μάθει κανείς!

* Για τις αναγνώστριες που δεν έστειλαν στη μαμά πατρίδα κάποιον αγαπημένο τους, «σειρά» στο στρατό είναι αυτοί που κατατάσσονται την ίδια περίοδο και κατά συνέπεια απολύονται την ίδια ημερομηνία, εκτός αν μαζέψουν φυλακή ή είναι Έφεδροι Αξιωματικοί –Δόκιμοι- που σ’ αυτήν την περίπτωση υπηρετούν 5 μήνες θητεία επιπρόσθετη.

Δεν ακολούθησα την επιθυμία μου τότε και τώρα το μετανιώνω.

Έψαξα να βρω εκείνη την κασέτα για να αισθανθώ και τώρα την αγαπημένη μου πόλη, όπως τότε.

Δεν τη βρήκα. Χάθηκε και αυτή όπως η ρομαντική μου εικόνα.

Θα ρωτήσω το φίλο μου τον Ισπανό.

Ο Δημήτρης ζει και εργάζεται στη Βαρκελώνη, ίσως σ’ αυτόν να επιβιώνει ακόμα η ίδια ρομαντική εικόνα, για να τον ρωτήσω:

Χαίρετε, ή μήπως να πω Hola; Είμαι ο «Ισπανός» φίλος του Σωτήρη. Ευτυχώς σε μένα δεν έτυχε να μιλήσω για τον εαυτό μου. Μπράβο στο κουράγιο σου Κατερίνα.

Σε μένα, λοιπόν, ο λαχνός έτυχε να μιλήσω για την Θεσσαλονίκη. Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να πω ότι παρ’ όλο που γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη, τα χρόνια που πραγματικά έμενα εκεί ήταν από την τρίτη δημοτικού μέχρι τρίτη Λυκείου. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν γνωρίζω πραγματικά την πόλη. Αυτό που γνωρίζω πάντως είναι ότι όποτε με ρωτούν αν θα καθίσω μόνιμα στη Βαρκελώνη απαντώ ότι κάποια στιγμή θα γυρίσω στη Θεσσαλονίκη.

Βασικά, λένε ότι αυτό που κάνει την πόλη ξεχωριστή σε όλους τους μη Θεσσαλονικείς είναι η φιλοξενία και το κέφι του κόσμου. Για μένα αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι οι ζεστές αναμνήσεις μου σε κάθε γωνιά της.

Ξέρω ότι είναι κλισέ αυτό που θα πω αλλά αυτό που μ’ αρέσει περισσότερο στη Θεσσαλονίκη από τοποθεσίες είναι τα μέρη για τα οποία είναι και διάσημη: η παραλιακή, ο Λευκός Πύργος, η Ναυαρίνου, τα Λαδάδικα, η Πλατεία Ελευθερίας και η λίστα συνεχίζεται. Η αγαπημένη μου εικόνα είναι αυτή της παραλιακής τα βράδια που επέστρεφα Θεσσαλονίκη από το λιμάνι και την διέσχιζα με το αυτοκίνητο με φόντο τον Λευκό πύργο ως σύμβολο επιστροφής στην γενέτειρα πόλη.

Α ρε Μήτσο. Η φωτιά στο λιμάνι καίει κάθε μέρα φίλε, σε περιμένει.

Όποτε σκέφτομαι τον Ισπανό στη Βαρκελώνη η μνήμη συσχετίζει την καθηγήτρια φυσικής που είχα στο Γυμνάσιο.

Θυμάμαι σαν χτες τον έφηβο Σωτήρη να πηγαίνει σαν(;) σπασικλάκι μετά το τέλος του μαθήματος, στο διάλειμμα και να τη ρωτάει για τη φυσική ιστορία, για τον κόσμο και τη λειτουργία του.

Την ώρα που οι συμμαθητές του στριμώχνονταν στην έξοδο για να προλάβουν να καπνίσουν στις τουαλέτες και να αποδείξουν ότι μεγάλωσαν, η καλή μου η φυσικός έχανε το διάλειμμά της για να του εξηγεί.

Θυμάμαι τότε που συζητούσαμε για τη γενική θεωρία της σχετικότητας και τον ουδέτερο παρατηρητή:

Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν τα γνωρίζουμε για το φυσικό περιβάλλον και, όμως, υπάρχουν. Για μας είναι ανύπαρκτα γιατί δε γνωρίζουμε κατά που να κοιτάξουμε.

Θυμάμαι και εκείνο το μοναδικό παράδειγμα που μου είχε πει για τη «Γάτα του Schrodinger».

O Schrodinger έκανε την εξής υπόθεση. Αν βάλουμε μέσα σε ένα κουτί μία γάτα και ένα μηχανισμό που τυχαία (randomly) απελευθερώνει ή κατακρατά δηλητηριώδη αέρια κάθε λίγα λεπτά, μετά από μία ώρα δε θα ξέρουμε εάν η γάτα είναι ζωντανή ή νεκρή. Στην πραγματικότητα για μας η γάτα βρίσκεται σε μία ενδιάμεση κατάσταση, εν δυνάμει ζωντανή και νεκρή. Ο μόνος τρόπος για να μάθουμε είναι να ανοίξουμε το κουτί και να κοιτάξουμε.

Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Ισπανός, όταν βρίσκεται στη Βαρκελώνη δε γνωρίζω τι κάνει μέσα στο κουτί του. Κάθε του e-mail είναι μια κλεφτή ματιά στο κουτί μα μετά από λίγο κλείνει και πάλι το καπάκι και δε μαθαίνω νέα του. Το κουτί βέβαια βρίσκεται πάντοτε στο ίδιο μέρος. Δίπλα στο e-mail του, μα κοιτάμε και οι δύο αλλού.

Πίσω στο δικό μας κουτί.

Προτού σας σκοτίσω με τη δική μου ρομαντική-συμβολιστική σκέψη πρέπει να βρω κάποιον να πει τα πράγματα με το όνομά τους γι’ αυτήν την πόλη.

Ποιον;

Μα το Maki, βέβαια.

Ο εκλεκτός φίλος και συνάδελφος Makis πάντοτε λειτουργεί στη συνείδησή μου σαν κοσμικός «τσελεμεντές».

Αν θες με γούστο τη ζωή να μαγειρέψεις, ο Makis θα σου βρει τη συνταγή.

Αν ψάχνεις δοσολογία για υλικά lifestyle, ο Makis είναι ο άνθρωπός σου.

Αν πάλι ψάξεις μυρωδικά-μπαχάρια να αγοράσεις, ρώτησες και δε βρήκες, Makis και πάλι Makis!

Δεν ξέρω, βέβαια, αν είναι και καλός μάγειρος συνάμα.

Δε γνωρίζω να σας πω αν είναι γεύση-γνώστης πρώτος.

Πάντως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου και με το δικό του ιδιαίτερο, (κοσμικό το χαρακτηρίζω εγώ), στυλ μου (μας) περιέγραψε τι του αρέσει και τι όχι στη Θεσσαλονίκη:

Makis Live, λοιπόν:

«Θεσσαλονίκη.

Ένα όνομα, μια πόλη, μια σκέψη, μια εικόνα…

Θα μπορούσα να συνεχίσω αλλά δεν είναι αυτό που μου ζητήθηκε, να χαρακτηρίσω την πόλη. Έχουν ακουστεί, άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια τόσα γλυκανάλατα και επιτηδευμένα κολακευτικά σχόλια –από «επώνυμους» και μη- και δε θα ήθελα να αγγίξω την κατηγορία «κλισέ».

Ερωτική πόλη, μαγική, μυστηριώδης, χαλαροί ρυθμοί…

Πραγματικά, ποιος δίνει σημασία;

Εκτός από τις ανέσεις που μπορεί να προσφέρει μια μεγάλη πόλη, το καλό φαγητό, τα γλυκά-αμαρτία, τη σχετικά ενημερωμένη αγορά και τη διασκέδαση (στα οποία έχω καλομάθει, ναι, είμαι άνθρωπος της πόλης), ο φίλος και συνάδελφος Σωτήρης μου ζήτησε να αναφέρω τι μου αρέσει και τι όχι στη Θεσσαλονίκη.

Θα ξεκινήσω, λοιπόν, με το πόσο πολύ μου αρέσει να περπατάω στην πόλη. Δεν ξέρω αν το παθαίνω μόνο εγώ αλλά χάνω την πραγματική αίσθηση της απόστασης.

Η ύπαρξη θάλασσας για μένα είναι παράγοντας ζωτικής σημασίας. Πρέπει να υπάρχει νερό στην πόλη που ζω.

Η ιστορία.

Μπορεί να μην τη γνωρίζουμε όλοι καλά αλλά σίγουρα νιώθουμε πόσο πλούσια και έντονη είναι.

Οι γειτονιές.

Αν και τείνουν να εξαφανιστούν, υπάρχουν ακόμα, με απλούς ανθρώπους, μυρωδιές από σπιτικά φαγητά και μπουγάδα… γειτονιές όπως αυτές που μεγαλώσαμε.

Το ηλιοβασίλεμα.

Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν και αρκετά που δε μου αρέσουν και είναι αυτά που επηρεάζουν την καθημερινότητα όλων μας αρνητικά.

Καταντάει εκνευριστικά βλακώδες για παράδειγμα, να βλέπεις καθημερινά τόσες χιλιάδες ανθρώπους, εγκλωβισμένους στη μοναξιά των 4 τροχών τους, να προσπαθούν να διανύσουν τις –ομολογουμένως- μικρές αποστάσεις της πόλης με την «άνεση» του αυτοκινήτου τους. Θυμώνουν, βρίζουν, παρανομούν, επιβαρύνουν τόσο σημαντικά με θόρυβο και καυσαέρια και φυσικά, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να στηρίζουν με σθένος την άποψη ότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτοκίνητο. Κατά καιρούς δημοσιεύονται αποτελέσματα trivial ερευνών όπως, πόσες ώρες κοιμόμαστε, βλέπουμε τηλεόραση, μιλάμε στο τηλέφωνο κ.τ.λ. θα ήθελα πολύ να δω τα αποτελέσματα της έρευνας, σχετικά με το πόσες ώρες οι Έλληνες κρατάνε στο χέρι τους το λεβιέ ταχυτήτων και πόσες το χέρι του ερωτικού τους συντρόφου.

Όχι πως υπήρξε βέβαια και η μέριμνα για τη σωστή ανάπτυξη/εξέλιξη της πόλης, με αποτέλεσμα η Θεσσαλονίκη να χάσει την ταυτότητά της. Έννοιες όπως μελέτη, έρευνα, αρχιτεκτονική, ανοικοδόμηση, όραμα ήταν άγνωστες καθώς φαίνεται την πιο κρίσιμη περίοδο. Σήμερα, υπάρχουν κυρίως άσχημες πολυκατοικίες, σχετικά μεγάλοι και κακής ποιότητας δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα που κυκλοφορούν και δεν μπορούν να σταθμεύσουν.

Α, ναι, υπάρχουν και κάποια πεζοδρόμια.

Αν και πιστεύω πως όσα ανέφερα ή όσα ενοχλούν τον καθένα στην καθημερινότητα δε θα ήταν το ίδιο αν δεν κατακλυζόταν η πόλη από ανθρώπους που αγνοούν όχι μόνο την ύπαρξη αλλά και την πραγματική σημασία των λέξεων αγάπη, σεβασμός, φροντίδα… -προς το συνάνθρωπο, το περιβάλλον…- ας συμπληρώσει ο καθένας ό,τι θέλει.

Δε φαντάζομαι ότι θα μπορούσα να ζήσω σε άλλη πόλη. Όχι επειδή συνήθισα ή έτσι έμαθα αλλά επειδή αυτήν την πόλη αγαπάω. Αυτήν που γεννήθηκα, μεγάλωσα, απέκτησα καλούς φίλους, γοητεύτηκα, απογοητεύτηκα, απογοήτευσα, έκλαψα, ερωτεύτηκα με πάθος και… ελπίζω να τη δω να γίνεται καλύτερη.

Αλλά τελικά, εξαρτάται από εμάς τι πραγματικά βλέπουμε γύρω μας.

Αν κρατάμε τα όμορφα ή τα άσχημα, τα ευχάριστα ή τα δυσάρεστα.

Αν απλά θα γκρινιάζουμε ή όχι.

Γιατί το ιδανικό υπάρχει και θα μείνει μόνο

στο πίσω μέρος του μυαλού μας, σκονισμένο.

Γι’ αυτό κλείνοντας, κι ενώ τόση ώρα μπορεί να γκρίνιαζα,

αυτό που μου αρέσει Σωτήρη στη Θεσσαλονίκη,

είναι να βρίσκω και να κρατάω μόνο τις ομορφιές της.

Υπάρχουν»

Αφήνω τη ρεαλιστική εικόνα του Maki και καταφεύγω στη σουρεαλιστική πραγματικότητα των ονείρων μου. Χρησιμοποιώ τα γεγονότα όπως ο μεθυσμένος τις κολώνες της ΔΕΗ, όχι για φωτισμό αλλά για στήριξη.

Ας έρθουμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, η ρομαντική εικόνα που είχα όταν υπηρετούσα στο Σουφλί για τη Θεσσαλονίκη έχει πια ξεφτίσει. Φοβάμαι πως η πόλη δικαίωσε τους φόβους του αγαπημένου μου Γ.Ιωάννου που στην «Πρωτεύουσα των προσφύγων» γράφει: «…σήμερα βρισκόμαστε στο αντίθετο άκρο και όλοι τους αναγνωρίζουν, πως η Θεσσαλονίκη είναι κλάσεις ανώτερη από την Αθήνα. Τους θαυμασμούς αυτούς πρέπει μάλλον να τους φοβόμαστε παρά να τους χαιρόμαστε. Γιατί, εάν μπορούσαν να γίνουν πράξη, η ζωή θα γινόταν και στη Θεσσαλονίκη κόλαση. Αλλά, βέβαια όσο βρίσκεται εκεί κάτω συγκεντρωμένη η οικονομική δραστηριότητα, τα κλειδιά για την εξουσία και η ανάδειξη, η Θεσσαλονίκη δεν έχει μεγάλο φόβο. Ναι, φόβο…» (Γ.Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, Κέδρος 1984).

Δυστυχώς, η Θεσσαλονίκη έπαψε να είναι κλάσεις ανώτερη από την Αθήνα και ας μη συγκεντρώθηκε εδώ η οικονομική δραστηριότητα, η εξουσία και η ανάδειξη. Η Θεσσαλονίκη μεγαλώνει και από μικρή κόλαση γίνεται μεγάλη.

Έχετε δοκιμάσει να περπατήσετε την Τσιμισκή από τη ΧΑΝΘ έως την Αριστοτέλους σε ώρες ανοιχτής αγοράς; Μέχρι να φτάσεις στην Αγ. Σοφίας θα αναρωτιέσαι γιατί τρέχεις.

Από ιδιαίτερη Θεσσαλονίκη γίνεται μικρή Αθήνα.

Δεν αναφέρομαι, βέβαια, στις υποδομές, στα μεγάλα έργα, στις αναπλάσεις της παραλίας και του λευκού πύργου, στο μετρό, την υποθαλάσσια, το κυκλοφοριακό, την τσιμεντοποίηση, αυτά δεν με αγγίζουν, τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτά είναι οράματα των αρχόντων της πόλης και του κράτους.

Για μένα η αστική πρόοδος ταυτίζεται περισσότερο με την ιδιαιτερότητα παρά με τη (υπο)δομική αναδιάρθρωση.

Εμένα με ενοχλούν τα παγκάκια. Τα παγκάκια που μένουν άδεια ολοένα και περισσότερο, τα παγκάκια που κοιτάζω και χίλια θυμάμαι…, τα παγκάκια στα γρασίδια που περιμένουν τα παιδιά να παίξουν, τα ζευγαράκια να χαμ….τουν, τους παππούδες να χασομερήσουν.

Εμένα με ενοχλούν οι σειρές των καθισμάτων στα λεωφορεία στα οποία κάθονται οι συμπολίτες μου ανά ένας. Κανείς δεν έχει το θάρρος να καθίσει δίπλα σου όταν υπάρχουν κενές θέσεις, φοβάται μήπως τον κοιτάξεις με καχυποψία και αναρωτηθείς γιατί δεν ψάχνει μια άλλη άδεια διπλή θέση για να σε αφήσει κι εσένα στην αποξένωσή σου. (Έτσι Μπιλ;).

Εμένα με ενοχλούν τα τραπεζάκια του Harry Spot, εκεί που συχνάζω μόνος, προσηνής, που διαβάζω τις εφημερίδες μου και παρατηρώ τον κόσμο. Με ενοχλούν γιατί δε θέλω κανένα στο δικό μου τραπέζι, με ενοχλούν γιατί μου θυμίζουν πως θέλω να μείνω μόνος. Με ενοχλούν γιατί εκεί απολαμβάνω τη μοναξιά!


Κλείνω τα μάτια.

Σαν ένας απέραντος θίασος κινούμαστε αδιαλείπτως στην ίδια σκηνή.

Στην ίδια πόλη. Στον ίδιο χρόνο.

Σαν ηθοποιοί τρέχουμε να προλάβουμε μια σκοτεινή αλήθεια.

Αφήνουμε τη μοναξιά μας εδώ και εκεί. Σ’ όλη την πόλη.

Αφήνουμε τις σκέψεις, τα οράματα, τις ελπίδες τα όνειρά μας στις θέσεις ενός λεωφορείου, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Κανείς δεν τα βλέπει, κανείς δε θέλει να καθίσει δίπλα μας.

Αποθησαυρίζουμε το χρόνο και το χρήμα, τη διάθεση και την ενέργειά μας σ’ ένα σπίτι, γεμάτο τεχνολογικά αγαθά.

Κάθε τόσο πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο μα ούτε τότε κοιταζόμαστε στα μάτια, δε γνωριζόμαστε, δε ρωτάμε. Διασταυρώνουμε στον ίδιο προορισμό μα απ’ άλλο δρόμο.

Τα χέρια μας είναι ελεύθερα μα δεν ανοίγουμε το κουτί για να κοιτάξουμε.

Η αλήθεια είναι εκεί έξω. Εδώ μέσα. Παντού δίπλα μας.

Ζει η γάτα του Schrodinger; Καίει ακόμα η φωτιά στο Λιμάνι;

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

Ο Μπαμπούλας είναι στο σκοτάδι και κρυώνει

Πέμπτη 8/2/2006. Τσικνοπέμπτη.

17:57 μ.μ. Ο Τομ μου κάνει αναπάντητη για να κατέβω. Στο αυτοκίνητο βρίσκεται και η φίλη του η Μαρία. Πηγαίνουμε στην Παπάφη. Οι καλοί μου αρραβωνιάζονται και ψάχνουν δαχτυλίδια αρραβώνα. Προσφέρθηκα να τους συστήσω ένα γνωστό μου χρυσοχόο που έχει εργαστήριο εκεί και μπορεί να καλλιτεχνήσει ό,τι θέλουν. Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Η Μαρία δείχνει χαρούμενη. Στο βλέμμα της, διακρίνω, ένα χαμόγελο ευτυχίας, στα χείλη της που χαμογελούν μια έκδηλη ανυπομονησία.

Στις 19:15 έχω ραντεβού με το φίλο μου το Χρήστο το Reuter (το παρατσούκλι το απέκτησε γιατί πάντοτε είχε τις απαντήσεις των ερωτήσεων στη Σχολή και αν χρειαζόταν τις διένειμε και στην παρέα σαν πρακτορείο ειδήσεων….), οπότε πρέπει να βιαστούμε, δεν τους πιέζω βέβαια. Γνωρίζω πως αυτή η στιγμή είναι μοναδική, θέλω να έχουν το χρόνο τους να αποφασίσουν, αναρωτιέμαι μόνο πως τα καταφέρνω και ποτέ δεν προλαβαίνω.

Από το εργαστήριο τελειώνουμε 19:07. Το ραντεβού μου είναι στο Συντριβάνι, ο Τομ προσφέρεται να με πετάξει, φτάνω στο ραντεβού μου 19:14. Ο Reuter δεν έχει έρθει ακόμα.

Στριφογυρίζω ανυπόμονα στο Συντριβάνι. Είμαι προβληματισμένος.

Καταραμένες σκέψεις. Καταραμένες αναμνήσεις. Καταραμένες ελπίδες. Καταραμένα όνειρα.

Χαζεύω τριγύρω. Δεν περνάει και καμιά ενδιαφέρουσα φοιτητριούλα, μόνο κάτι παλιομασκαράδες.

Άντε ρε ρόιτερ δεν έχω το θάρρος να αρχίσω να θυμάμαι.

Οι σκέψεις μου στροβιλίζουν το μυαλό, σαν ενοχλητικά κουνούπια θερινής νυκτός, μου διαταράσσουν τον ύπνο της λήθης.

Κοιτάζω σαν ανέμελος τουρίστας το Συντριβάνι, τα Τείχη, τα Πανεπιστήμια.

Το κόλπο δεν πιάνει.

Η σκέψη υπακούει στους δικούς της νόμους και μόνο, με οδηγεί στα δικά της σκοτεινά μονοπάτια. Περίμενε, ΠΕΡΙΜΕΝΕ, μην τρέχεις, να πάρω μερικούς αναγνώστες μαζί…

Ξέρετε, αυτό το Συντριβάνι έχει μια ιστορία που συνδέεται άμεσα με το σύμβολο της πόλης μας, το Λευκό Πύργο.


Η πόλη μας μέχρι το 1869 περιβαλλόταν από βυζαντινά τείχη που ξεκινούσαν από την παραλία και έφταναν μέχρι το επταπύργιο (ακρόπολη). Το 1869 οι τουρκικές αρχές αποφάσισαν να γκρεμίσουν τα παραθαλάσσια και άλλα μέρη των τειχών για να αναπνεύσει η πόλη!!! Βλέπετε αυτή η αντίληψη περί εξυπηρέτησης σύγχρονων αναγκών με την καταστροφή μνημείων δεν είναι σύγχρονη, δεν προέκυψε με το μετρό και την εγνατία οδό.

Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης δυσαρεστήθηκαν και οι τούρκοι για να διασκεδάσουν τις αντιδράσεις έχτισαν αυτό το Συντριβάνι, (το οποίο, βέβαια, αργότερα ανακατασκευάστηκε). Ο Λευκός Πύργος διασώθηκε από την επιχείρηση «οξυγόνο» των τούρκων, να δούμε αν θα επιβιώσει του μετρό και της υποθαλάσσιας. Άλλο, όμως, είναι το ζήτημα που βασανίζει τη σκέψη μου.

Άραγε είναι η αγάπη γενήτωρ ή τέκνο της μοναδικότητας.

Όλοι όσοι αγαπούν έχουν την ψευδαίσθηση(;) ότι η αγάπη τους είναι μοναδική και οι στιγμές που περνούν μαζί είναι εξίσου μοναδικές.

Άραγε αν είχαν διασωθεί τα βυζαντινά τείχη και οι υπόλοιποι πύργοι που κατεδαφίστηκαν ο Λευκός Πύργος θα είχε συνδεθεί τόσο μοναδικά με ολόκληρη την πόλη;

Άραγε οι σύντροφοι μας είναι μοναδικοί γιατί απολαμβάνουν την αγάπη μας ή απολαμβάνουν την αγάπη μας γιατί πράγματι είναι μοναδικοί;

Άραγε είναι η αγάπη μία vis unitiva (ενωτική δύναμη) όπως χαρακτηρίζεται στο ρομαντισμό και τον ιδεαλισμό, μία δύναμη που συγχέει το σύμπαν;

Άραγε είναι οι σύντροφοι μας το μέσο, το όργανο για να πειραθούμε και να διαχειμάσουμε σ’ αυτήν την ενωτική δύναμη, ή μήπως είναι οι αρχές απ’ όπου εμφορούνται όλα τα συναισθήματά αγάπης;

Και οι στιγμές που ζούμε μ’ αυτούς; Με τις στιγμές πάλι τι γίνεται; Μπορούμε να τις ξαναζήσουμε με άλλους συντρόφους;

Να σας εξομολογηθώ δύο δικές μου στιγμές.

Εξομολόγηση 1η: Ο Μπαμπούλας τραγουδάει μόνος τις νύχτες.

Ο φίλος μου ο Δημήτρης λέει πως έχω όλα τα προσόντα για να βλέπω τον εαυτό μου σαν μία τούρτα. Σε κάθε μια να δίνω από ένα κομμάτι να δοκιμάζει αλλά σε αυτήν που τελικά θα επιλέξω να δώσω το κομμάτι με το κερασάκι.

Δε συμφωνώ. Ποτέ δε συμφωνούσα. Δεν επιθυμώ να γευτώ από ένα διαφορετικό καρπό με χίλιες διαφορετικές συντρόφους αλλά να δοκιμάσω χίλιους διαφορετικούς καρπούς με τη μία-μοναδική σύντροφο που θα επιλέξω.

Δυστυχώς, είμαι επιλεκτικός.

Για το λόγο αυτό μέχρι να γνωρίσω την Ε9 δεν προχώρησα καμιά φιλική σχέση και πλήγωσα πολλές ψυχούλες με την εφηβική μου ανευθυνότητα.

Για το λόγο αυτό μέχρι να τη γνωρίσω δεν είχα λάβει δώρο από ερωτικό σύντροφο.

Οι ΠΥΞ ΛΑΞ αποτελούν αγαπημένο μου άκουσμα και κατά συνέπεια μύησα και την Ε9 στη μουσική τους. Το πρώτο δώρο, λοιπόν, που έλαβα από εκείνη ήταν ο δίσκος τους «Ο Μπαμπούλας τραγουδάει μόνος τις νύχτες».

Το δώρο υπήρξε στη συνείδηση μου μοναδικό.

Για να επανέλθω στο θέμα, για ποιο λόγο άραγε υπήρξε το δώρο αυτό μοναδικό;

A priori γιατί ήταν το πρώτο δώρο από ερωτικό σύντροφο ή De facto γιατί πρόκειται ομολογουμένως για τον καλύτερο δίσκο τους;

Αφήνω σε σας την επιλογή. Η αλήθεια πάντως είναι πως πέρασα, και ακόμα περνάω, πολλές νύχτες ακούγοντάς το με ακουστικά στο διαπασών.

Η αλήθεια είναι πως πέρασα πολλές νύχτες, ακροβατώντας μεταξύ ονείρων ύπνου και ονειρικής πραγματικότητας ή τώρα πια ακροβατώντας σε ένα ρέκβιεμ ονείρου.

Εξομολόγηση 2η: Το δαχτυλίδι του αρραβώνα

Ηράκλειο Κρήτης. Κυριακή απόγευμα.

Ο Κρητικός ήλιος είναι ακόμα λαμπερός. Έχω μόλις ολοκληρώσει τη 2μηνη εκπαίδευση σαν Άλφα στη ΣΕΑΠ (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού). Μου μένουν άλλοι δύο μήνες σαν Βήτα και 1 ½ μήνας περίπου στη Σχολή Βαρυοπλιτών Δοκίμων. Ακόμα 3 ½ μήνες μακριά από την Ε9, ακόμα 3 ½ μήνες μακριά από το σπίτι μου, το σπίτι της, τους φίλους, την οικογένεια. Ακόμα 3 ½ μήνες μακριά από την παραλία της Θεσσαλονίκης. Ακόμα 3 ½ μήνες ασφυκτικής ψυχολογικής πίεσης και εξαντλητικής σωματικής άσκησης.

Το Σαββατοκύριακο μας δόθηκε άδεια. Το Σαββατοκύριακο τέλειωσε κιόλας. Είτε μ’ αυτό, είτε με το επόμενο λεωφορείο πρέπει να επιστρέψω.

Ο Σωτήρης όπως δεν τον έχω ξαναδεί. Στο ξυρισμένο κεφάλι του υπάρχει μόνο χνούδι, στο πρόσωπό του καπνίζει ακόμα το σβήσιμο του κέρινου χαμόγελου που προξένησε η έλευση της Ε9.

Η καλή μου ήρθε να με δει. Πριν από μία ημέρα και κάτι ώρες έτρεξα να περάσω το δρόμο, πέταξα την τσάντα στα λιονταράκια (κεντρική πλατεία του Ηρακλείου), την πήρα αγκαλιά.

Η Ε9 μόλις έφυγε για το λιμάνι. Ο Σωτήρης κάθεται σε ένα παγκάκι, μόνος. Είναι σκυφτός, πιάνει το σβέρκο του με τα δυο του χέρια σταυρωμένα, βγάζει από την τσέπη του το κινητό, γράφει ένα μήνυμα.

Το μήνυμα εστάλη.

Μείνε κοντά μου φωτεινό μου κβάζαρ*,

κάνε το μέλλον μου πιο ύποπτο.

Μα, πρόσεχε, μη με τυφλώσεις με τη θέρμη,

μη με κάψεις με το φως.

Είμαι στο σκοτάδι και κρυώνω.

* Κβάζαρ: Υπερκαινοφανής Αστέρας

13/4/2006

Το κείμενο αυτό γραμμένο σε ένα χαρτάκι συνοδεύει ένα μαύρο κουτάκι. Μέσα βρίσκονται δύο δαχτυλίδια…

Όταν οριστικοποιήθηκε ο διορισμός μου στο Δημόσιο, από τις πρώτες σκέψεις μου ήταν να αρραβωνιαστώ την Ε9 και να ορίσουμε ημερομηνία γάμου.

Τα έχω σχεδιάσει όλα.

Η πρόταση θα γίνει στη στάση του 30 πίσω από τη Νομαρχία.

Εκεί που την πρωτοφίλησα, εκεί που δέσαμε μαζί τις ζωές μας.

Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο δαχτυλίδια.

Το άλλο μισό της φίλης μου της Κατερίνας, ο Γιάννης, είναι τεχνίτης του Χρυσού. Θα του είχα ζητήσει μια ειδική παραγγελία δύο λευκόχρυσων δαχτυλιδιών για την ειδική αυτή περίσταση.

Το ένα μονόπετρο. Ένα φιδάκι με 4 διακριτικά (για να μη μοιάζει με σαύρα) ποδαράκια έχει γείρει το κεφάλι και δαγκώνει-στηρίζει την πέτρα.

Το άλλο σαν βέρα, από την πάνω πλευρά έχει χαραγμένη τη φράση: «Ο Κήπος της Εδέμ», από τη μέσα πλευρά το όνομα της καλής μου, Ε9.

Μακάρι να μπορούσα να σας το ζωγραφίσω.

Μπορώ, όμως, αντ’ αυτού να σας το ερμηνεύσω.

Είναι εμπνευσμένο από το μύθο της Γένεσις στην Παλαιά Διαθήκη.

Είναι η ιστορία του Αδάμ και της Εύας.

Σύμφωνα με το μύθο ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν ευτυχισμένοι στον Κήπο της Εδέμ, δοκίμαζαν από όλους τους καρπούς εκτός από τους Καρπούς του δέντρου της Γνώσης του καλού και του κακού. Ο Θεός είχε πει στους πρωτόπλαστους να μη δοκιμάσουν αυτούς τους καρπούς γιατί θα έπαυαν να είναι αθάνατοι και θα εκδιώκονταν από τον Κήπο-Παράδεισο.

Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή σε όλους, το φίδι έφερε στην Εύα τον καρπό της γνώσης και αυτή το έδωσε στον Αδάμ. Οι πρωτόπλαστοι εκδιώχθηκαν και το φίδι γι’ αυτή του την πράξη καταδικάστηκε να σέρνεται αιώνια στο χώμα.

Η ιστορία μας, όμως, αγάπη μου ανατρέπει την πλοκή.

Η μόνη σκιά στην πολυετή μας σχέση ήταν η έλλειψη εμπειριών που, ίσως, θα έπρεπε να προηγηθούν.

Η Εύα και ο Αδάμ, η Ε9 και ο Σωτήρης, δε δοκίμασαν από τον καρπό της Γνώσης των σχέσεων, το φίδι έφαγε μόνο του τον καρπό και κράτησε τα πόδια του, οι πρωτόπλαστοι παρέμειναν στον Παράδεισο και αυτό το δαχτυλίδι μου θυμίζει πως στην πίσω πλευρά του Κήπου της Εδέμ βρίσκεσαι εσύ και πως η αγάπη μας είναι αθάνατη.

Διάφορα γεγονότα συνετέλεσαν στο να μην ανατραπεί η ροή της ιστορίας. Τελικά για τις 13/4/2006 παρήγγειλα όχι τα δαχτυλίδια που περιέγραψα αλλά ένα λευκόχρυσο Σταυρό.

Είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για την αγάπη της και ακόμα χειρότερα να αμφισβητώ και τα δικά μου ανταποδοτικά συναισθήματα. Αισθανόμουν πως το τέλος πλησίαζε μα το ενδιαφέρον μου παρέμενε αμείωτο για εκείνη. Πάντοτε βρισκόμουν ένα βήμα πίσω της έτοιμος να την κρατήσω, πάντοτε φρόντιζα να είμαι πολλά βήματα μπροστά για να την προφυλάττω .

Τώρα πρέπει κάποιος άλλος να τη φροντίζει και επειδή δεν τη θεωρώ ικανή με τα κριτήρια που έχει να τον βρει από μόνη της, της δώρισα εκείνο το Σταυρό. Ελπίζω ο Θεός να σε φυλάει, να είναι πίσω και μπροστά σου. Ελπίζω να μη σκοντάψεις ποτέ ξανά μικρή μου. Ελπίζω να βρεις άλλο μονοπάτι για τον Κήπο της Εδέμ.

Της έδωσα το Σταυρό χωρίς να της αφηγηθώ την παραπάνω ιστορία.

Χρόνια μας πολλά μωρό μου, να το φοράς για να σε προστατεύει. Την ιστορία αυτού του Σταυρού θα τη μάθεις ένα χρόνο περίπου μετά διαβάζοντάς τη σε ένα blog. Για την ώρα. Χρόνια μας Πολλά.

Για να είσαι λεύθερος πρέπει να έχεις το θάρρος να σκοτώνεις.

Να σκοτώνεις όνειρα, ελπίδες, σκέψεις, αναμνήσεις.

Μα εγώ δεν είμαι παρά ένας δειλός.

Δεν μπορώ να σκοτώσω στιγμές.

Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο δαχτυλίδι στο χέρι της καλής μου,

όποια κι αν είναι…